Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Απρ 2011

ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ



















Οι άνθρωποι στις σχέσεις τους μπορούν να παρομοιαστούν με δύο αντικριστούς τοίχους. Κάθε τοίχος είναι διάτρητος από πολλές μικρές τρύπες στις οποίες φωλιάζουν άσπρα και μαύρα πουλιά. Τα μαύρα πουλιά είναι αρνητικές σκέψεις και μοχθηρές λέξεις ενώ τα άσπρα πουλιά είναι αγαθές σκέψεις και καλές λέξεις.
Τα άσπρα πουλιά εξαιτίας του σχήματος και του μεγέθους τους μπορούν να μπαίνουν μόνο στις τρύπες που είναι για τα άσπρα πουλιά. Το ίδιο ισχύει και για τα μαύρα! Τώρα, ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν δύο άνδρες που πιστεύουν πως είναι εχθροί. Ας ονομάσουμε τον έναν Γιουσούφ και τον άλλον Αλή.
Ο Γιουσούφ πεπεισμένος μια μέρα πως ο Αλή θέλει το κακό του, νιώθει να κυριεύεται από θυμό απέναντί του και του στέλνει  αρνητικές σκέψεις, γεμάτες μίσος. Κάνοντάς το αυτό, απελευθερώνει ένα μαύρο πουλί και την ίδια στιγμή μία τρύπα από τον τοίχο του μένει κενή. Το μαύρο πουλί του, πετάει προς τον Αλή και ψάχνει μία άδεια τρύπα στο μέγεθός του για να φωλιάσει εκεί. Εάν ο Αλή δεν είχε στείλει ένα δικό του πουλί στον Γιουσούφ, έαν δηλαδή δεν είχε κάνει μία αρνητική σκέψη γι'αυτόν, τότε καμία από τις μαύρες τρύπες του δεν θα είναι κενή. Έτσι μη βρίσκοντας μέρος για να φωλιάσει, το μαύρο πουλί του Γιουσούφ αναγκαστικά θα επιστρέψει στην αρχική του φωλιά κουβαλώντας μαζί του το κακό με το οποίο είχε φορτιστεί, κακό το οποίο καταλήγει στον Γιουσούφ...
Όμως ας υποθέσουμε ότι και ο Αλή έχει στείλει μία κακή σκέψη. Κάνοντας κάτι τέτοιο, ελευθερώνει μία τρύπα στον τοίχο του στην οποία μπορεί πλέον να φωλιάσει   το μαύρο πλέον πουλί του Γιουσούφ, εκπληρώνοντας την καταστροφική αποστολή του. Την ίδια στιγμή το μαύρο πουλί του Αλή πετάει προς τον Γιουσούφ και βρίσκοντας την άδεια τρύπα φωλιάζει κάνοντας τα ίδια. Έτσι τα δύο μαύρα πουλιά φέρνουν σε πέρας το έργο τους, που είναι η καταστροφή του στόχου τους. Όμως μόλις η αποστολή τους έχει ολοκληρωθεί το καθένα επιστρέφει στην βάση του, γιατί όπως είναι γνωστό από τα πανάρχαια χρόνια, καθετί επιστρέφει στην πηγή του. Έτσι στο τέλος ο δημιουργός μίας κακής σκέψης, πλήττεται ταυτόχρονα από το μαύρο πουλί του εχθρού του αλλά και δικό του, που επιστέφει στην φωλιά του.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα άσπρα πουλιά. Εάν στέλνουμε μόνο καλές σκέψεις στον εχθρό μας ενώ ο ίδιος απευθύνει μία αρνητικές σκέψεις σε εμάς, τότε τα μαύρα του πουλιά μη βρίσκοντα μέρος σε εμάς να φωλιάσουν θα επιστρέφουν σε εκείνον που τα έστειλε.
Όσο για τα άσπρα πουλιά που κουβαλούν αγαθές σκέψεις και στέλνουμε στον εχθρό μας, εάν δεν βρίσκουν άδεια τρύπα εκεί για να φωλιάσουν θα επιστρέψουν σε εμάς φορτισμένα με όλη την θετική ενέργεια που κουβαλούν.

Να σου πω μία ιστορία;
Στέφανος Ελμάζης

Αφιερωμένο σε όσους νηστεύουν αλλά δεν παύουν να στέλνουν εξερχόμενες κακές σκέψεις στους άλλους και σε όσους ασθενούν ως αποτέλεσμα από τις συνέπεια των πράξεων τους και ας ζουν νάρετα και αρμονικά οι ίδιοι πράττοντας μόνο το Καλό, υπηρετώντας μόνο το Φως.

Σας Εύχομαι από καρδιάς,
Καλή Ανάσταση σε όλους

18 Φεβ 2011

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΒΓΑΛΜΕΝΟ ΑΠ'ΤΗΝ ΖΩΗ!!!

Είναι πολύ ειρωνικό να συνειδητοποιείς πως έρχονται στιγμές που η ζωή σου μοιάζει με παραμύθι.Μακάρι να περιλάμβανε κάποιον πρίγκηπα που σε ξυπνάει από την λήθη των επιλογών σου, δίνοντας σου ένα φιλί.
Η ζωή μου όμως από άλλων την επιλογή,περιλαμβάνει μαγικά φίλτρα,μαύρα κεριά,μαύρη μαγεία, ξαφνικά(δρομολογημένα από το κακό)ατυχήματα που προκλήθηκαν από καρφιά και πρόκες πάνω στην καρέκλα του γραφείου μου, κομμένα γυαλιά στις τσέπες μέσα στα ρούχα μου, που περιμένουν σταγόνες δικές μου από αίμα, για να με δέσουν στο κακό και πλήρη επέμβαση στην ελεύθερη μου βούληση.Όλα τα παραπάνω προσπαθώ να τα ξορκίσω με την θετική μου αύρα, με την λογική, την συμπαντική ενέργεια του ρέικι και το θεραπευτικό άγγιγμα του Χριστού, προσπαθώντας πάντα να βρω την αιτία μέσα από γεγονότα που ξεκλειδώνουν κάποια ενεργειακά σύμβολα που με αφοπλίζουν με πίστη, εμπιστοσύνη και ταπεινότητα να αντιληφθώ τις καρμικές μεταφορές που συγχρονισμένα ή ετεροχρονισμένα βιώνω!

Πέρασαν κιόλας δύο βδομάδες που επιβεβαίωσα στον εαυτό μου πως όλα στην ζωή μου δεν βαδίζουν με την ροή των θεϊκών πραγμάτων.Όταν θα έπρεπε να νιώθω σιγουριά, αρμονία, εμπιστοσύνη και αφθονία όσο και να τα ζητούσα, ένιωθα την αντιστροφή αυτών σε όλο της το μεγαλείο.Ο λόγος;Η επιλογή του πατέρα μου να διαλέξει για σύντροφο την θηλυκή ροή του Εοσφώρου και να την φέρει στην ζωή μας!Ενδόμυχα είναι και δική μου επιλογή αφού τον διάλεξα να καρπωθώ κομμάτια του δικού του D.N.A. Ίσως και να έχω άδικο.Όταν έκλεισα κάποτε τα μάτια σε ένα σώμα που δεν χρειαζόμουν άλλο να με κυοφορεί ως παράσιτο που χρειαζόταν σαν φυτό το φως και διάλεξα ένα άλλο ρούχο να φορέσω και έξω να βγω στον κόσμο, είδα δύο γονείς.
Μία μήτρα που με έφερε στον κόσμο με όλες τις αδυναμίες της και έναν άντρα ευαίσθητο που έκλισα ως ψυχή προς τον δικό του χαρακτήρα για να εξελιχθώ, έβλεπα δύο φιγούρες και όχι τρεις.Εκείνη την σκιά που μπήκε ανάμεσα μας.Τώρα προσπαθεί να μας διαλύσει και να μοιάζουμε τα αδέρφια μου και εγώ, με έναν άδειο και εύθραυστο κόσμο που έχει πουλήσει την ψυχή του όπως εκείνη, υπογράφοντας κατώτατο ψυχικό συμβόλαιο που ελπίζω και προσεύχομαι καθημερινά στον Θεό, που πιστεύω ότι με έπλασε, να καεί και πιο κάτω από την άβυσσο να βυθιστεί.Εκεί που δεν υπάρχουν νόμοι και σωτηρία για ολέθρια λάθη.
Όταν κατευθυνόμουν προς το σπίτι που μεγάλωσα με θέα την θάλασσα-έναν ωκεανό από ελπίδες ότι εκεί και πάλι θα κλείσω τα μάτια μου, όταν ήδη θα έχω δει μία ευτυχισμένη ζωή δίπλα σε έναν άνθρωπο που σαν φως θα ενωθεί με το δικό μου, γεννώντας νέες ζωές βαφτισμένες σε γιους και κόρες του αύριο-σταγόνες βροχής είχαν αλλάξει το αιθερικό μου πεδίο, μετατρέποντας το σε μία μάζα βρεγμένη που έψαχνε για καταφύγιο δίπλα του και μοιραία κοντά της.Είχα ανάγκη να ξεκουραστώ.Να αλλάξω παραστάσεις.Να ενεργοποιήσω τον σπινθήρα της ζωής μου που χρειαζόταν μία επανεκκίνηση.
Διάλεξα λοιπόν το σπίτι τους.Όπως ο Χένσελ με την Γκρέτελ που πέρασαν το κατώφλι κοντά στην γριά μάγισσα που με το αδράχτι της, μετρούσε με πόντους την ζωή τους.Γλυκά εδέσματα με περιμέναν μέσα και όχι έξω.Τι άλλο εκτός από ωραία λόγια και φιλοφρονήσεις με δέκτη εμένα και πομπό το απόλυτο τίποτα, που είχε ντυθεί κυρία επί των τιμών.Δεν με ήθελε εκεί.Όλα περνούσαν απ'τα χέρια της, τον ιστό της που τον είχε πλέξει μέσα στο δωμάτιό μου, κάτω και πάνω απ'το κρεβάτι μου που όταν τα όνειρα -με οδηγό το άριστο-για εμένα,επιβιβάζονταν κυλούσαν σαν νερό κάτω από το μαξιλάρι μου.
Ευγνωμονώ τον ανώτερο μου εαυτό, που βρήκε αντικλείδι από την χαραμάδα της πύλης που μαζί έχουμε ανοίξει, και με προειδοποίησε να μην αγγίξω δικά της ρούχα, τρόφιμα και ποτά για να μην κινδυνέψω!Από την φωνή του μέσα μου, δώρα μονάχα κέρδισα, την ακεραιότητα μου, που την έχω χτίσει με πόνο-πόνο και στόχο-στόχο, να ξεχωρίσει από την ξεθωριασμένη κίτρινη οντότητα που έδειχναν παλιές φωτογραφίες.Για να την εκδικηθώ,μεγέθυνα το άνοιγμα της αναφερόμενης πύλης από την καρδιά μου, σε όλο το δωμάτιο!Όταν εισχώρησε και πάλι, χωρίς να με ρωτήσει, κάτι της έφταιγε στο χώρο, άμορφες σφαίρες φωτός που με την απόχη της κακίας της, δεν μπόρεσε να αιχμαλωτίσει.Ξεκίνησε απ'τα ρούχα μου η δική της η φαγούρα-σε ένα είναι που της λείπει και το ψάχνει σε άλλων το πλευρό-τα έβγαλε όλα από την βαλίτσα μου για να τα πλύνει χωρίς την άδειά μου για να έχει δείγματα από τον ιδρώτα μου και ότι περισσότερο θέλει να αιχμαλωτίσει, για να μην βλέπει την καλοσύνη από τους πόρους του εαυτού μου, που το σκυλί της αγαπάει να γλύφει και πάνω στην σάπια ύπαρξη της να καθρεφτίζουν κομμάτια της καθοδικά, που ουρανό δεν διάλεξαν να δούνε.Τα μάτια του πατέρα μου, δεν έβλεπαν ότι και τα δικά μου.Διάλεξαν να βλέπουν το σκοτάδι που μέσα από μένα θα ξυπνήσει φως.Ακόμη δεν έχει τελειώσει το δικό μου παραμύθι.
Εξαφανίζω από το παλιό σημάδια, βότανα για μαγικά ξόρκια, που θα έφερναν ξεριζωμό και χωρισμό απ'ότι αγαπάω περισσότερο.Βγάζοντας προς τα πάνω,την ευτυχία και την ευδαιμονία που βρήκαν πάλι τρόπο να ξετρυπώσουν στην ζωή μου.Προσεύχομαι απ'την καρδιά με προορισμό μία άλλη ανοδική στον ουρανό μου, όλα να είναι ένα εφιάλτης και να ξυπνήσω σύντομα από την κόλαση του.
Ας ανοίξω τα μάτια μου σύντομα, στην πρώτη επιλογή μου, σε μία ανάμνηση που κράτησε μόλις επτά δευτερόλεπτα,εδώ και πάλι πριν κατέβω στο σώμα που φοράω τώρα.Την αγκαλιά μίας μεγάλης οικογένειας!
Να ζήσουμε εμείς καλά και εσείς που διαβάζετε,ακόμη καλύτερα!


Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο από το σεβασμό της ελεύθερης βούλησης του άλλου.Ή όποια επέμβαση σε αυτήν,καλείται μαύρη τιμωρία, το αντίθετο μίας ειλικρινής αγάπης. 

11 Νοε 2010

ΛΥΚΟΦΙΛΙΕΣ


Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριό της Αριζόνας σε μία ήσυχη φυλή των Ινδιάνων ένα παιδάκι παίρνει το θάρρος να ρωτήσει τον σοφό και ώριμο παππού του.
"Παππού,γιατί οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί;
"Τι εννοείς παιδί μου";
"Γιατί μερικοί είναι γεμάτοι χαρά, καλοσύνη και αγάπη και άλλοι κρύβουν στην καρδιά τους μίσος,προκαλούν κακό στους άλλους;
"Αγαπημένο μου παιδί, ήρθε η στιγμή να μάθεις πως κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του δύο λύκους.Έναν λευκό και έναν μαύρο.Ο λευκός λύκος είναι γεμάτος αγάπη, πληρότητα,κατανόηση, συμπόνια,ηρεμία,γαλήνη,εμπιστοσύνη,αλήθεια,φως και αθωότητα.Δεν πειράζει ποτέ κανέναν.
Ο μαύρος λύκος είναι γεμάτος εκδίκηση, θλίψη,θυμό,κακία,λαιμαργία,φθόνο,ψέμα,μνησικακία,και προκαλεί κακό παντού.Σε όποιον συναντάει.
"Και ποιος από τους δύο νικάει παππού";
"Εκείνος που ταίζεις περισσότερο"


Αφιερωμένο στην Γκραζίνα Στεφάνιακ που μου το δίδαξε για να το αφηγηθώ με την σειρά μου σε όλους εσάς!

18 Μαρ 2009

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ



Με αφορμή μια εργασία στην δημιουργική Γραφή με θέμα, ένα παραμύθι Σεξ και βίας ,γράφτηκε το παρακάτω απόσπασμα.




Μια φορά και έναν καιρό, μέσα σε
ένα όμορφο δάσος ήταν τα πάντα ανθισμένα. Η Άνοιξη και πάλι είχε βρεί του γυρισμού τον δρόμο. Προς χάριν λοιπόν αυτής της εποχής, το κάθε είδος στην πλάση ετούτη ψάχνει ένα όμοιό του. Μα αυτό συμβαίνει κάπως, όταν με την ροή της φύσης σου,πηγαίνεις. Το απόλυτο κυνηγήτο κιόλας είχε αρχίσει. Όλα τα ζωά ποικίλλως το ταίρι τους ζητούσαν. Οι αετοί και οι πεταλούδες στον βορρά, και οι σκίουροι στο νότο. Και μιας που το'φερε η κουβέντα, με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας καιρός να γνωριστούμε. λέγεται Σκούιρλ και όπως και στην αγγλικήν, σκίουρος θαρρώ σημαίνει. Είναι από μόνος του μοναδικός. Δεν μοιάζει με κανέναν, διότι αυτήν την εποχή για νύφη ποσώς δεν ψάχνει αλλά για μια κουφάλα δέντρου να χώσει την αρχοντομουτσουνιά του. Μα δυστυχώς γι'άυτόν το δέντρο που καμάκωσε δεν έχει ούτε μια. Έτσι ο Σκούιρλ γυρίζει γύρω του, εδώ και εκεί μια τρύπα στον κορμό να ανοίξει. Τα ζώα αυτήν την εποχή, όλα τον περιγελούν που σκέφτεται τον εαυτό του και πάει κόντρα στον προσταγμό της Άνοιξης.
- "Σκούιρλ", φωνάζει ο λαγός. "Κα
ιρός να βρείς αλλού μια τρύπα για να μπεις. Kάν'το και θα με θυμηθείς". Μα ο σκιούρος σε αυτό το παραμύθι, και πάλι το δικό του πράττει.



Με χίλιους δύο τρόπους τρύπα στο δέντρο θέλει να ανοίξει.
Μα όσο και αν προσπάθησε, όσο και αν μόχθησε, όσο και αν σκέφτηκε δεν βέπει να τα καταφέρνει. Μέχρι που στα ξαφνικά το πονεμένο δέντρο ζωή και λόγο παίρνει και αρχίζει να ρωτά.
-"Σεβάσου το διαφορετικό. μην θες να το χαλάσεις. Μέσα μου δεν πρόκειται να μπείς αν πρώτα την αυταρχικότητα δεν μάθεις να νικήσεις, έτσι την τρυφερότητα μεμιας θα κατακτήσεις. Δεν είχες παρά ευγενικά την χάρη τούτη να ζητήσεις και εγώ θα σου επέτρεπα μέσα μου απαλά να εισχωρήσεις. Και έτσι απλά μια τρύπα στο τοίχωμα του άρχισε να ξεπροβάλλει για μόνο μια στιγμή, ώσότου την δεί ο σκίουρος και ύστερα έκλεισε και πάλι. Τότε κατάλαβε ότι το νόημα της επιθυμίας υπάρχει στην φύση άφθονο, σε δυαδικό αριθμό. Αυτά τα λόγια στεναχώρησαν τόσο πολύ το σκιουρο, που έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι μαζί με όλα του τα υπάρχοντα(όλα τα βελανίδια),να βρει άλλη φωλιά για να ξαπλώσει μέσα της και να το επιτρέπει.

29 Απρ 2008

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ






Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα αγγελάκι καλόκαρδο, γλυκό και χαμογελαστό. Ήταν ξαπλωμένο σε ένα σύννεφο με φόντο τον καταγάλανο ανοιξιάτικο ουρανό.

Απολάμβανε την μουσική από τους ήχους της φύσης. Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα, το κελάδημα των πουλιών, τον ήχο από τα ρυάκια που κυλούν, την μελωδία από τις ευχάριστες, αρμονικές σκέψεις των ανθρώπων. Γιατί οι άγγελοι αν θέλετε να ξέρετε είναι παντού. Είναι γύρω μας. Μας ακούν και μας προστατεύουν.

Κάποια στιγμή, ο μικρός Άγγελος ηριήλ, άκουσε μια διαφορετική μελωδία να φτάνει στα αυτιά του. Αλλιώτικη από τις άλλες. Έμοιαζε σαν κλάμα, ναι κλάμα μικρού παιδιού.

«Πάει το μπαλόνι μου. Έφυγε το μπαλόνι μου, πάει ψηλά στον ουρανό» φώναζε κλαίγοντας.

Ο μικρός ηριήλ, προκειμένου να δει την κατάσταση χαμηλά εκεί, γλίστρησε από το ροζ του συννεφάκι και άρχισε να πέφτει προς την γη.

Ενώ έπεφτε, έβλεπε να περνούν από μπροστά του, τα πουλιά, άλλα ροζ και γαλάζια συννεφάκια, ώσπου κάποια στιγμή εμφανίζεται μπροστά του ένα στρογγυλό μωβ σφαιρίδιο δεμένο από μια κλωστή να έρχεται κοντά του.

Πάνω στην σφαίρα αυτή ήταν ζωγραφισμένο ένα γαλάζιο δελφίνι. Μια ατλάντια οντότητα ένα πλάσμα υδάτινο μα τόσο επικοινωνιακό, τόσο φιλικό.

Ο άγγελος Ηριήλ πιάνει την κλωστή και έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το δελφίνι.

«Δεν έπρεπε να εγκαταλείψεις το παιδί. Το έκανες να κλάψει» του είπε.

Το δελφίνι σιωπηλό και σαστισμένο έχασε λίγο από το χρώμα του. Θα σε γυρίσω πίσω στο παιδάκι να επιστρέψει το χαμόγελό του και ο ήλιος στο βλέμμα του.

Κατεβαίνοντας στην πράσινη ευωδιαστή γη, συνάντησε το μικρό παιδί.

Δεν το πλησίασε ο άγγελος μα ανθρώπινη μορφή.

«Σου έφυγε αυτό το μπαλόνι από το χέρι, έτσι δεν είναι»? Του λέει ένα μικρό παιδάκι καθώς τον πλησίαζε. Δεν είναι ώρα για δάκρυα αλλά για χαρά.

Κοίτα, το δελφίνι. Συμπάθησε την μορφή σου, την αίσθηση της αφής σου. Ορίστε ξαναγύρισε κοντά σου.


-«Πως σε λένε»
; Ρωτάει το παιδί που είχε χάσει το μπαλόνι.

-«Ηρ……, Ηρακλή,» απάντησε διστακτικά.

-«Εσένα»;

-«Μιχαήλ -Άγγελο»,απάντησε το παιδάκι που ήταν τώρα πια πολύ ευτυχισμένο.

«Σε ευχαριστώ πολύ που μου έφερες πίσω το μπαλόνι».

-«Μην ευχαριστείς εμένα αλλά τον εαυτό σου» απάντησε ο Ηρακλής.

«Αν δεν αγαπούσες τόσο το μπαλόνι δεν θα ξαναγυρνούσε σε σένα. Να ξέρεις, ότι ζητήσεις, μπορείς να το έχεις, φτάνει να το θες πραγματικά και αυτό θα σου δοθεί στο πλήρωμα του χρόνου».

Είπε αυτές τις λέξεις και χάθηκε από μπροστά του.

Ο Μιχαήλ –Άγγελος τον έψαχνε τριγύρω, αλλά μάταια. Πήρε λοιπόν τον δρόμο της επιστροφής χαμογελαστός κρατώντας το μπαλονάκι του. Το δελφίνι ξαναβρήκε το γαλάζιο του χρώμα.

Ο άγγελος Ηριήλ ανελήφθη και πάλι στην Πέμπτη διάσταση, στο αγαπημένο του συννεφάκι και παρακολουθούσε από ψηλά την ροή των πραγμάτων.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Αφιερωμένο στον δάσκαλό μου
F,που με προτρέπει να μείνω πάντα παιδί γράφοντας παραμύθια

6 Απρ 2008

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ



Μιας που τον τελευταίο καιρό η ζωή μου, μοιάζει σαν παραμύθι αποφάσισα να σας διηγηθώ και εγώ κάτι, που πιστεύω ότι θα σας αγγίξει, όσο τίποτ'άλλο,αφού στα περισσότερα καταθέτουμε την ίδια την ψυχή μας.

"Υπάρχει ένας μύθος, που λέει ο Απουλήιος, για την κόρη ενός βασιλιά, την Ψυχή, τόσο όμορφη, ώστε οι άνθρωποι άρχισαν να τη θαυμάζουν και να τη λατρεύουν, λησμονώντας ακόμη κι αυτήν την Αφροδίτη.
Βλέποντας τα ιερά της να ερημώνονται, η θεά ζήτησε από το γιο της, τον Έρωτα, να τιμωρήσει αυτήν τη θνητή, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον πιο αποκρουστικό άντρα του κόσμου. Πράγματι, ο Έρωτας πήγε στην κάμαρα της κόρης· εκτός από τα θανάσιμα βέλη του, είχε μαζί του και δύο κεχριμπαρένια δοχεία – το ένα με το πικρό νερό της λύπης και το άλλο με το γλυκό νερό της χαράς.

Η Ψυχή κοιμόταν κι εκείνος έσταξε στα χείλη της μερικές σταγόνες πικρό νερό – όμως, η ομορφιά της άρχισε να τον αιχμαλωτίζει. Ίσα που την άγγιξε με την άκρη του βέλους του· εκείνη ξύπνησε· δεν μπορούσε να τον δει, όμως εκείνος είδε τα μάτια της και μαγεμένος από εκείνο το βλέμμα έστρεψε κατά λάθος το ίδιο του το βέλος στον εαυτό του. Έχοντας πέσει θύμα της δύναμής του, ο Έρωτας ράντισε με το γλυκό νερό τα μαλλιά της Ψυχής, θέλοντας να επανορθώσει το κακό που της είχε κάνει.




Καθώς περνούσε ο καιρός, η Ψυχή εξακολουθούσε να προκαλεί το θαυμασμό και τη λατρεία των ανθρώπων. Όμως, κανείς δεν την ερωτεύτηκε, κανείς δεν ζήτησε να την παντρευτεί. Απελπισμένοι οι γονείς της πήγανε στο Μαντείο των Δελφών· και ο Απόλλωνας, δασκαλεμένος από τον Έρωτα, έδωσε τον τρομερό χρησμό του:
«η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού· ο άντρας της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού, και είναι ένα αποκρουστικό τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του αντισταθεί».

Ο χρησμός προκάλεσε θλίψη, όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει τα λόγια του θεού; Ο γάμος ετοιμάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πένθιμη, όλος ο λαός συνόδεψε με θρήνους τη νύφη στην κορυφή του βουνού και την άφησε εκεί μόνη της. Κι ενώ εκείνη περίμενε κλαίγοντας την εκπλήρωση του χρησμού, ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά από τη γη και την έφερε σε μια ανθισμένη κοιλάδα. Η κόρη αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη κι όταν ξύπνησε, περπάτησε τριγύρω και είδε μπροστά της ένα λαμπρό παλάτι, που φαινόταν πως δεν το είχαν φτιάξει χέρια θνητού.
Γοητευμένη, μπήκε στις εξαίσιες αίθουσες κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως ό,τι έβλεπε ήταν δικό της και πως αυτό θα ήταν το σπίτι της από δω και πέρα.
Αργά τη νύχτα, έφτασε και ο κύριος του παλατιού· η Ψυχή δεν μπορούσε να τον δει, όμως, καθώς έγειρε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει τρυφερά, όλοι της οι φόβοι εξαφανίστηκαν·
ήξερε πως ο άντρας της δεν μπορεί να ήταν ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά εκείνος που χρόνια περίμενε και ονειρευόταν.



Δεν πέρασε καιρός και η Ψυχή άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την οικογένειά της. Ζήτησε, λοιπόν, από τον άντρα της να της επιτρέψει να δεχτεί τις δυο της αδελφές και να τους δείξει πόσο ευτυχισμένα ζούσε. Εκείνος προσπάθησε να την αποτρέψει, προειδοποιώντας την για τις συμφορές που θα ακολουθούσαν.
Όμως δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί για πολύ στα δάκρυα και στις ικεσίες της και τελικά υπέκυψε, αφού προηγουμένως την έβαλε να του υποσχεθεί πως, ό,τι κι αν γινόταν, δεν θα επιχειρούσε ποτέ να τον δει. Έτσι, την άλλη μέρα, ο Ζέφυρος μετέφερε στο παλάτι τις δύο αδελφές της Ψυχής. Η αρχική τους χαρά για την ευτυχία της δεν άργησε να μετατραπεί σε ζήλια· κι όταν την κατάφεραν να τους πει ότι δεν είχε δει ποτέ τον άντρα της, βρήκαν τον τρόπο να καταστρέψουν αυτήν την ευτυχία. Της υπενθύμισαν τον χρησμό και την έπεισαν ότι το αποκρουστικό τέρας που μοιραζόταν τις νύχτες το κρεβάτι της δεν θ’ αργούσε να την σκοτώσει:
«Καλύτερα, λοιπόν, να τον σκοτώσεις πρώτη εσύ· πάρε αυτό το μαχαίρι, και όταν αποκοιμηθεί, κάρφωσέ το στην καρδιά του».


Έφυγαν, αφήνοντάς την να παλεύει με τους αναγεννημένους φόβους της και με την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ήταν αληθινά τα λόγια τους. Ξεχνώντας τις προειδοποιήσεις του και τις υποσχέσεις της, τον περίμενε ν’ αποκοιμηθεί κι ύστερα πήρε ένα λυχνάρι και το μαχαίρι και έσκυψε από πάνω του, αποφασισμένη να τον σκοτώσει, αν η μορφή του ήταν τερατώδης. Αλλά, αντί για το αποκρουστικό τέρας, είδε τον ομορφότερο από τους θεούς· το μαχαίρι της έπεσε από τα χέρια και καθώς έγειρε για να τον δει καλύτερα, μια σταγόνα καυτό λάδι από το λυχνάρι έπεσε στον ώμο του. Άνοιξε τα μάτια του, την κοίταξε και χωρίς να πει λέξη πέταξε έξω από το παράθυρο. Εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά έπεσε στο χώμα – εκεί πεσμένη τον άκουσε να της λέει
«Έτσι λοιπόν ανταποδίδεις την αγάπη μου; Πήγαινε στις αδελφές σου, αφού προτίμησες τις συμβουλές τους από μένα. Η μοναδική σου τιμωρία είναι ότι ποτέ πια δεν θα με ξαναδείς: η αγάπη δεν μπορεί να ζήσει με την καχυποψία». Κι έφυγε.


Κανένας θρήνος, κανένας λόγος μετάνοιας, καμιά ικεσία δεν μπόρεσαν να τον λυγίσουν. Το παλάτι και η ανθισμένη κοιλάδα εξαφανίστηκαν σαν μην είχαν ποτέ υπάρξει και η Ψυχή απόμεινε μόνη της σ’ έναν ερημωμένο τόπο.

Τον είχε προδώσει. Τα είχε χάσει όλα. Έπρεπε να τιμωρηθεί, αλλά όχι έτσι, όχι με μια ζωή χωρίς τον Έρωτα. Αποφάσισε να γυρίσει όλον τον κόσμο, αναζητώντας τον.
Περπατούσε μέρες και νύχτες, χωρίς τροφή και νερό, τα ρούχα της κουρελιάστηκαν, το σώμα της γέμισε πληγές· αλλά δεν την ένοιαζε – ήθελε μόνο να τον βρει, να του ζητήσει να τη συγχωρέσει, κι αν εκείνος δεν μπορούσε, να της χάριζε τουλάχιστον τον θάνατο. Κάποτε έφτασε σ’ έναν ναό και σκέφτηκε ότι ίσως εκεί να έβρισκε τον αγαπημένο της. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στη θεά Δήμητρα, που συγκινήθηκε από τις προσευχές της δύστυχης κοπέλας και τη συμβούλεψε να πάει στην Αφροδίτη, να υποταχτεί στο θέλημά της και να της ζητήσει συγχώρεση.
Γεμάτη αμφιβολίες για το αν θα μπορούσε να εξευμενίσει την τρομερή θεά, η Ψυχή ακολούθησε τη συμβουλή.


Η Αφροδίτη τη δέχτηκε αλλά η όψη της δεν προμήνυε τίποτα καλό. Της μίλησε με περιφρόνηση και της είπε πως αν θέλει να κερδίσει τον Έρωτα, θα πρέπει να περάσει αρκετές δοκιμασίες. Ύστερα την οδήγησε στον αποθήκη, της έδειξε ένα τεράστιο σωρό από μικρούς σπόρους και τη διέταξε να τους έχει ξεχωρίσει μέχρι το βράδι. Όταν έμεινε μόνη, η Ψυχή άρχισε να θρηνεί με τέτοια απόγνωση, ώστε τα μυρμήγκια τη λυπήθηκαν και μαζεύτηκαν κατά εκατοντάδες γύρω από τους σπόρους· πριν βραδιάσει, η διαταγή της Αφροδίτης είχε εκτελεστεί.



Η δεύτερη δοκιμασία δεν ήταν λιγότερο δύσκολη. Η θεά έδειξε στην Ψυχή τις όχθες ενός ποταμού όπου έβοσκαν χρυσόμαλλα πρόβατα και διέταξε να της φέρει λίγο από το πολύτιμο μαλλί τους. Καθώς η κοπέλα πλησίαζε στον ποταμό, άκουσε τα καλάμια να της ψιθυρίζουν πως, αν περίμενε να έρθουν τα πρόβατα να πιουν νερό, θα μπορούσε έπειτα να μαζέψει το μαλλί που θ’ απέμενε στα κλαδιά των γύρω θάμνων.
Αλλά το χρυσό μαλλί δεν ήταν αρκετό για να κατευνάσει τη μανία της Αφροδίτης. Έδωσε, λοιπόν, στην Ψυχή ένα άδειο κουτί και τη διέταξε να πάει στον Άδη, να παρουσιαστεί στην Περσεφόνη και να της πει:
«Η κυρά μου, η Αφροδίτη, σε παρακαλεί να της στείλεις λίγη από την ομορφιά σου, επειδή φροντίζοντας τον πληγωμένο γιο της έχασε ένα μέρος από τη δική της».


Σίγουρη πια για τη μοίρα της, η Ψυχή κίνησε για τον κόσμο του Ερέβους. Και πάλι, μια φωνή την καθοδήγησε πώς θα βρει το δρόμο για το βασίλειο του Πλούτωνα, πώς θα αποφύγει τους κινδύνους και πώς θα περάσει με ασφάλεια από τον Κέρβερο· και τη συμβούλεψε να μην ανοίξει για κανένα λόγο το κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη.
Η αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου δεν αρνήθηκε το αίτημα της Αφροδίτης, κι έτσι η Ψυχή ολοκλήρωσε κι αυτή τη δοκιμασία. Αλλά, καθώς επέστρεφε, ξέχασε την τελευταία συμβουλή και άνοιξε το κουτί, με σκοπό να πάρει λίγη από την ομορφιά της θεάς, ώστε να μην εμφανιστεί άσχημη μπροστά τον αγαπημένο της Έρωτα.
Το κουτί ήταν άδειο – ή τουλάχιστον η Ψυχή δεν είδε τίποτα· όμως, σχεδόν αμέσως έπεσε στα μισά του δρόμου, βυθισμένη σ’ έναν περίεργο ύπνο – επειδή, η Περσεφόνη είχε βάλει μέσα στο κουτί τον Ύπνο της Στυγός.

Όλον αυτόν τον καιρό, ο Έρωτας ήταν σχεδόν φυλακισμένος στο παλάτι της μητέρας του, μέχρι να επουλωθεί πληγή του. Τη στιγμή που η Ψυχή υπέκυπτε στην περιέργειά της, εκείνος είχε πια ανακτήσει τις δυνάμεις του· βρίσκοντας ένα παράθυρο που είχε ξεχαστεί μισάνοιχτο, πέταξε έξω για να βρει την αγαπημένη του, αφού του ήταν αδύνατο να παρατείνει άλλο την τιμωρία της. Την είδε πεσμένη στο χώμα και την άγγιξε με την άκρη του αργυρού του βέλους:
«Για άλλη μια φορά σε νίκησε η περιέργειά σου» της είπε· «ωστόσο, κάνε την παραγγελία της μητέρας μου και θα φροντίσω εγώ για τα υπόλοιπα».
Πράγματι, η Ψυχή παρέδωσε το κουτί στην Αφροδίτη, ενώ ο Έρωτας παρουσιάστηκε στον Δία και ζήτησε τη μεσολάβησή του. Σε λίγο, ο Ερμής έφερε την Ψυχή στον Όλυμπο, ενώπιον των θεών, και της προσέφερε ένα ποτήρι αμβροσία, λέγοντας: «Πιες το, Ψυχή, και θα γίνεις αθάνατη· ο Έρωτας ποτέ δεν θα ξεφύγει από αυτόν τον δεσμό, και οι γάμοι σας θα είναι αιώνιοι».




Κι έτσι, μετά από λάθη και δοκιμασίες, η Ψυχή ενώθηκε για πάντα με τον Έρωτα, κερδίζοντας το δώρο της αθανασίας".










(ΈΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ-ΙΟΥΛΙΑ ΠΙΤΣΟΥΛΗ)

28 Μαρ 2008

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ





Ο Οδυσσέας είστε εσείς. Και εγώ. Το ταξίδι που θα κάνουμε όλοι, αργά ή γρήγορα. Θα επιστρέψουμε. Στην αλήθινή πατρίδα μας. Μέχρι τότε είμαστε πλανήτες, όπως οι ήρωες του ομήρου.






Ταξιδεύουμε από ζωή σε ζωή και από εμπειρία σε εμπειρία. Γευόμαστε τους γλυκούς καρπούς των Λωτοφάγων, ξεχνιόμαστε από το τραγούδι των Σειρήνων, συντριβόμαστε ανάμεσα στην Σκύλλα και στην Χάρυβδη, λαχταρώντας πάντα την επιστροφή στην Ουράνια Πατρίδα και στην Πηνελόπη-ψυχή μας. Η Οδύσσεια είναι το τραγούδι της νοστ-αλγίας μας. Το άλγος του Νόστου, η λαχτάρα και ο πόνος μας για τον γυρισμό στην Πηγή μας.



Κάποιοι διακρίνουν ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία ενδεδυμένα με τον μανδύα του Μύθου. Ο Οδυσσέας λένε ταξίδεψε από την Τροία ως την Μεσόγειο, από την Σικελία ως τα παράλια της Αφρικής. Άλλοι πιστεύουν πως πέρασε τις Ηράκλειες Στήλες(σημερινό Γιβραλτάρ) και έφτασεως την Νότιο Αμερική.


Μερικοί τον βλέπουν να ταξιδεύει ακόμα μακρύτερα ως τα αστέρια διακρίνοντας λ.χ.πίσω από τις Σειρήνες, το αστρικό σύστημα του Σείριου και πίσω απ'το καράβι των Φαιάκων που ταξιδεύει με την σκέψη ένα τηλεκατευθυνόμενο διαστημικό σκάφος. Άλλοι είδαν το ταξίδι του Οδυσσέα σαν το ταξίδι της ψυχής που υφίσταται μετανσαρκώσεις.


Σε κάθε περιπέτεια του Οδυσσέα διέκριναν μια διαφορετική ζωή, μια νέα πρόκληση που αντιμετωπίζει η ψυχή, μέχρι που σταδιακά να αφυπνιστεί και να επανέλθει στην Θεική της Πατρίδα.


Υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την ύπαρξη του Οδυσσέα, των άλλων ηρώων ακόμη και του ιδίου του Ομήρου αναφέροντας πως η Οδύσσεια από μόνη της προέρχεται από σύνθεση διαφορετικών,επικών κειμένων.
Πολλοί στοχαστές αναζητούν στην Οδύσσεια ερωτήματα και απαντήσεις, και θα συνεχίσουν και στο μέλλον. Επειδή η αλήθεια είναι μία αλλά στον ορφικό κόσμο επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Γιαυτό και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, αφύπνισης και πολλά μυστικά.


Όμως το ένα μέγα μυστικό είναι πως το ταξίδι έχει ήδη τελειώσει. Έχουμε επιστρέψει στον Επουράνιο Οίκο μας, μέσα στην θεία ενότητα και την αγάπη. Αυτή η υπέροχη αλήθεια που μας διαφεύγει μάς κάνει να νιώθουμε τρωτοί, μόνοι και ευάλωτοι.


Πλανήτες και εμείς θα επιστρέψουμε αργά ή γρήγορα όπως ο Οδυσσέας εκεί απ'όπου δεν φύγαμε ποτέ. Θα ξαναβρεθούμε όλοι στο τέλος του ταξιδιού μας, μαζί. Πλήρεις, ενοποιημένοι και μακάριοι, Μέχρι τότε, η ευχή, η νοσταλγία, και η ελπίδα μας, ας είναι αυτή που ανταλάσσουν οι απανταχού ξενιτεμένοι, όταν συναντώνται, αυτή που λένε οι ψυχές μας μεταξύ τους:



"Καλή Πατρίδα"!!!



(Η Μυστική Οδύσσεια,Ιουλία Πιτσούλη)


23 Ιαν 2008

MIA ΥΠΟΣΧΕΣΗ, ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ















«Θα πω μια ιστορία για δύο σαμουράι που ζούσαν πριν από πολλούς αιώνες. Αυτοί οι δύο σαμουράι ήταν πολύ καλοί φίλοι, αλλά μια μέρα ήρθε μια διαταγή του κύριού τους που τους έστελνε σε 2 διαφορετικές περιοχές, και έτσι θα χώριζαν.

Ήξεραν ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να ξαναϊδωθούν και στενοχωρήθηκαν πάρα πολύ που δεν θα ήταν πια μαζί. Έκαναν λοιπόν μια συμφωνία, για να κρατήσουν την φιλία τους. Συμφώνησαν να ξαναβρεθούν μετά από ένα χρόνο ακριβώς, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και μετά χώρισαν.

Δούλεψαν σκληρά και ο χρόνος κύλησε γρήγορα. Ο ένας από τους σαμουράι πήγε στο μέρος που είχαν συμφωνήσει για την συνάντηση, αλλά ο άλλος δεν ήταν εκεί. Περίμενε λίγη ώρα και άρχισε να ανησυχεί. Τι να συμβαίνει άραγε? Ο φίλος του είχε ξεχάσει την υπόσχεσή του; Όμως μετά από μερικά λεπτά αγωνιώδους αναμονής, ακουστήκαν χτυπήματα στην πόρτα. Άνοιξε, και αντίκρισε τον φίλο του.

Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό. Μιλώντας βιαστικά και σχεδόν ακατάληπτα, ζήτησε συγνώμη και είπε διάφορες δικαιολογίες, εξηγώντας ότι του είχε σταθεί αδύνατο να φτάσει εκεί στην ώρα του.

Συνέχισε να ζητάει συγνώμη, και είπε ότι είχε ακόμη πολλά να κάνει και απολογήθηκε πως γι’αυτό δεν μπορούσε να μείνει για πολύ. Έδειχνε ότι δεν ένιωθε πολύ καλά και ομολόγησε στον φίλο του ότι δεν μπορούσε να του αποκαλύψει τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να φύγει τόσο γρήγορα, επαναλαμβάνοντας τού ότι έπρεπε να φύγει. Ζήτησε ξανά συγνώμη για την μικρή διάρκεια της επίσκεψής του, εξηγώντας ότι είχε θελήσει να μείνει πιστός στην υπόσχεση που είχε δώσει στον φίλο του, και γι’αυτό είχε έρθει αλλά μόνο για λίγα λεπτά. Και λέγοντας αυτά, έφυγε.

Ο πρώτος σαμουράι ήταν πολύ απογοητευμένος και γύρισε μόνος στο σπίτι του.

Μετά από μια εβδομάδα έλαβε ένα γράμμα από τον φίλο του, που έλεγε:

'Θέλω να σε παρακαλέσω να με συγχωρέσεις. Τον τελευταίο καιρό δούλευα πάρα πολύ σκληρά, τόσο που είχα χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ξαφνικά πως είχε έρθει η μέρα που είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε, για να ανανεώσουμε την φιλία μας. Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στο μέρος συνάντησής μας και στον τόπο όπου δουλεύω, είναι το λιγότερο 3 ημέρες. Ήταν σίγουρο ότι θα καθυστερούσα.

Μου είχανε πει ότι το πνεύμα ταξιδεύει πιο γρήγορα από το σώμα και γι’αυτό σκότωσα το σώμα μου. Έτσι ελπίζω να φτάσω στο ραντεβού μας εγκαίρως, και να σε συναντήσω όπως σου είχα υποσχεθεί' ».

O Αόρατος Ηθοποιός

Γιόσι Όιντα


Αφιερωμένο στην φίλη μου Στέλλα, που είναι πάντα συνεπής στα θέλω αλλά και στις υποσχέσεις της.

12 Δεκ 2007

OTAN ΠΕΘΑΝΕ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ















Όταν πέθανε ο Νάρκισσος, ήρθαν οι Ορειάδες -νύμφες του δάσους- και διαπίστωσαν ότι η λίμνη είχε μετατραπεί από λίμνη γλυκού νερού σε αμφορέα αλμυρών δακρύων.
-Γιατί κλαις; ρώτησαν οι Ορειάδες
-Κλαίω για το Νάρκισσο είπε η λίμνη.
- Δεν παραξενευόμαστε που θρηνείς με τέτοιο τρόπο για το Νάρκισσο, ήταν τόσο όμορφος!
-Ήταν όμορφος ο Νάρκισσος; ρώτησε η λίμνη
-Αυτό ποιος μπορεί να το ξέρει καλύτερα από σένα; απάντησαν οι Ορειάδες, από μας πάντα προσπερνούσε, μα εσένα πάντα σε ζήταγε για να ξαπλώσει πλάι σου, να σε θαυμάζει και να καθρεφτίζει στον καθρέφτη των νερών σου την ομορφιά του.

Η λίμνη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά είπε:

- Κλαίω για το Νάρκισσο, αλλά δεν είχα καταλάβει ότι ήταν όμορφος. Κλαίω για το Νάρκισσο γιατί κάθε φορά που έσκυβε στις όχθες μου, εγώ μπορούσα να βλέπω στα βάθη των ματιών του την αντανάκλαση της ίδιας μου της ομορφιάς.

ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ




5 Δεκ 2007

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ


"Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκηπα.

- Σε παρακαλώ… ημέρωσέ με, του είπε!

…

- Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκηπας.

- Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

…

Έτσι ο μικρός πρίγκηπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

- Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκηπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

- Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκηπας.

- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

- Και τότε τι κέρδισες;

- Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

Ύστερα πρόσθεσε:

- Άμε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι το μοναδικό στον κόσμο. Να περάσεις πάλι από δω για να μ’ αποχαιρετήσεις κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.

…

Και ξαναγύρισε στην αλεπού:

- Αντίο, της είπε…


Αντίο,είπε η αλεπού.Και να το μυστικό μου.
Είναι πολύ απλό:δε βλέπεις σωστά παρά με την καρδιά.
Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
-Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια, ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Είν'ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου, που το κάνει να 'χει τόση σημασία. -Είν'ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου...είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.
-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις.
Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...
-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου...
Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας,για να το θυμάται.."


Γιατί όλοι έχουμε την ανάγκη να εξημερωθούμε...

Κάθε τι, αξίζει την φροντίδα μας, την αγάπη μας.

Πόσο μάλλον ένα τριαντάφυλλο...


Απόσπασμα από τον Μικρό Πρίγκηπα

Αntoine de Saint - Exupery